Άρις

Sp Ãris Ap Άρις/Aris L P Graikija

Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė.

Look at other dictionaries:

  • ἀρίς — bow drill fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρίς — Όρμος της χερσονήσου του Σινά, σε απόσταση περίπου 120 χλμ. από το Πορτ Σάιντ. Εκεί βρισκόταν η αρχαία πόλη Ρινοκόλουρα που ονομάστηκε έτσι επειδή πολλοί κάτοικοί της είχαν κομμένες τις μύτες για διάφορα αδικήματα. Το 219 π.Χ. εκεί έγινε η μάχη… …   Dictionary of Greek

  • Ἄρις — Ἄρῑς , Ἄρις fem acc pl (epic doric ionic aeolic) Ἄρις fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄρι — Ἄρις fem voc sg Ἄρῑ , Ἄρις fem dat sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρί — ἀρίς bow drill fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρίδα — ἀρίς bow drill fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρίδας — ἀρίς bow drill fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρίδες — ἀρίς bow drill fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρίδι — ἀρίς bow drill fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρίδος — ἀρίς bow drill fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.